«Εκάθισεν Αδάμ, απέναντι του Παραδείσου, και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο. Οίμοι, τον απάτη πονηρά πεισθέντα και κλαπέντα, και δόξης μακρυνθέντα! Οίμοι τον απλότητι γυμνόν, νυν δε ηπορημένον! Αλλ’ ω Παράδεισε ουκέτι σου της τρυφής απολαύσω, ουκέτι όψομαι τον Κύριον και Θεόν μου και Πλάστην· εις γην γαρ απελεύσομαι, εξ ης και προσελήφθην. Ελεήμον Οικτίρμον βοώ σοι· Ελέησόν με τον παραπεσόντα».

«Ήλιος ακτίνας έκρυψεν, η σελήνη συν τοις άστροις εις αίμα μετετράπη· όρη έφριξαν, βουνοί ετρόμαξαν, ότε Παράδεισος εκλείσθη. Εκβαίνων ο Αδάμ, χερσί τύπτων τας όψεις, έλεγεν. Ελεήμον, ελέησόν με τον παραπεσόντα».

Μνήμη λοιπόν της εξορίας του Αδάμ αλλά μνήμη και της εξορίας των απογόνων του Αδάμ οι οποίοι δυστυχώς συνέχισαν να βαδίζουν το δρόμο της παρακοής και γι’ αυτό ν’ απομακρύνονται συνεχώς όλο και περισσότερο από το Θεό. Και η απομάκρυνση αυτή είναι η χειρότερη εξορία και η χειρότερη εκτόπιση. Η Εκκλησία μας λοιπόν μας υπενθυμίζει ότι αυτός ο τόσο ωραίος κόσμος, ωραίος και μετά την πτώση, δεν παύει να είναι τόπος εξορίας. Και στην εξορία οι άνθρωποι δεν νιώθουν ποτέ καλά.
Εξορία λοιπόν από τον παράδεισο της τρυφής, αλλά το χειρότερο -αν δεν μετανοήσουμε- εξορία από τον παράδεισο της δόξης του Θεού· από την αιώνια βασιλεία του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου